ασπροφορώ

ασπροφορώ
(ε) 1. αμετ.
1) быть одетым в белое; 2) снова надевать белое (после траура); 2. μετ. одеваться в белую одежду

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ασπροφορώ" в других словарях:

  • ασπροφορώ — ( άω και έω) (Μ ἀσπροφορῶ, έω) φορώ λευκά ενδύματα νεοελλ. (για πενθούντες) παύω να φορώ τα μαύρα που δηλώνουν πένθος, βγάζω τα μαύρα …   Dictionary of Greek

  • ασπροφορώ — εσα, εμένος, λευκοφορώ: Στη γιορτή ήταν όλοι ασπροφορεμένοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άσπρος — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 60 μ., 912 κάτ.) του νομού Κιλκίς. Βρίσκεται στην κοιλάδα του Αξιού, κοντά στα σύνορα με τον νομό Θεσσαλονίκης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πολυκάστρου. * * * η, ο (AM ἄσπρος, η, ο) ο λευκός μσν. νεοελλ. 1. ο ασημένιος… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»